ΕΛΛΗΝΙΚΑ
 

 

Η ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΤΣΕΧΟΣΛΟΒΑΚΩΝ

ΚΑΤΟΙΚΩΝ

Έκθεση «Το τελευταίο τρένο»
 

Η περιοχή του Κρνόφ (Jägerndorf) γνώρισε σλαβική εγκατάσταση ήδη από τον πρώιμο

Μεσαίωνα – οι παλαιότερες γραπτές μαρτυρίες, από τα μέσα του 13ου αιώνα,

αναφέρουν την πόλη με το σλαβικό της όνομα, Kyrnow. Από τον 13ο αιώνα όμως, στο

πλαίσιο του μεγάλου μεσαιωνικού γερμανικού αποικισμού (της λεγόμενης

Ostsiedlung), έφτασαν εκεί Γερμανοί έποικοι και το Κρνόφ μεταβλήθηκε σταδιακά σε

πόλη με κυρίως γερμανόφωνο πληθυσμό. Παρ' όλα αυτά παρέμεινε πολιτικά και νομικά

συνδεδεμένη με το τσεχικό κράτος – από το 1377 ήταν έδρα του ανεξάρτητου

Δουκάτου του Κρνόφ και το 1411 πέρασε οριστικά στα χέρια του Τσέχου βασιλιά

Βάτσλαβ Δ΄. Η τσεχική παρουσία στο Κρνόφ έχει, συνεπώς, ρίζες πολύ παλαιότερες

απ' όσο θα περίμενε κανείς για μια πόλη με τόσο έντονα γερμανικό χαρακτήρα.

Στα χρόνια 1918–1938 στο Κρνόφ, πόλη με ισχυρή γερμανική πλειοψηφία, ζούσε

επίσης μια μειονότητα Τσεχοσλοβάκων. Σύμφωνα με την απογραφή του 1930, η πόλη

είχε 23.464 κατοίκους, εκ των οποίων 1.876 δήλωσαν τσεχοσλοβακική εθνικότητα,

δηλαδή λίγο λιγότερο από 8%. Η συντριπτική πλειοψηφία, πάνω από 21.400 άτομα

(91%), ήταν Γερμανοί. Το ποσοστό των Τσεχοσλοβάκων αυξανόταν αισθητά κατά τη

διάρκεια της Πρώτης Δημοκρατίας – ενώ το 1921 μόλις το 5,4% του πληθυσμού της

πόλης δήλωνε αυτή την εθνικότητα, έως το 1930 το ποσοστό αυτό είχε σχεδόν

διπλασιαστεί. Πίσω από αυτή την αύξηση βρισκόταν μια στοχευμένη κρατική πολιτική

ενίσχυσης της τσεχοσλοβακικής παρουσίας στις παραμεθόριες περιοχές μέσω

υπαλληλικών, εκπαιδευτικών και άλλων κρατικών θέσεων – στα ταχυδρομεία, τους

σιδηροδρόμους, τα δικαστήρια, τις εφορίες και τα σχολεία.

Τους Τσεχοσλοβάκους του Κρνόφ εκπροσωπούσαν κυρίως οι μειονοτικοί σύλλογοι.

Καθοριστικό ρόλο έπαιζε η Matice opavská, μια πανσιλεσιανή οργάνωση που φρόντιζε

για την τσεχική κουλτούρα και τη μειονοτική εκπαίδευση, η οποία στο αποκορύφωμα

της δράσης της, το 1937, συγκέντρωνε πάνω από επτά χιλιάδες μέλη σε 85 τοπικά

παραρτήματα σε όλη τη Σιλεσία. Την κοινωνική και αθλητική ζωή εξασφάλιζε το

παράρτημα του συλλόγου Sokol στο Κρνόφ – μεταξύ των κορυφαίων εκπροσώπων του

ήταν ο Jan Hradil, προϊστάμενος του ταχυδρομείου του Κρνόφ, και ο František Čížek,

διευθυντής του δημοτικού σχολείου του Κρνόφ, οι οποίοι το 1934 συνέβαλαν και στην

ίδρυση αδελφού παραρτήματος στο κοντινό Μπρούντλ (Bruntál).

Σύμβολο της εμπιστοσύνης των Τσεχοσλοβάκων του Κρνόφ στο δικό τους μέλλον

στην πόλη υπήρξε το νέο κτίριο του τσεχικού δημοτικού σχολείου και γυμνασίου, που

χτίστηκε από τον Απρίλιο του 1937 έως τον Σεπτέμβριο του 1938. Οι δάσκαλοι

ανυπομονούσαν να ξεκινήσουν τη νέα σχολική χρονιά στο σύγχρονο κτίριο. Η μοίρα

όμως το θέλησε αλλιώς – στις 7 Οκτωβρίου 1938, αντί για τον πρώτο κώδωνα του

σχολείου, αναχωρούσαν, μαζί με τους υπόλοιπους Τσεχοσλοβάκους του Κρνόφ,
από ταπλέον κατεχόμενα παραμεθόρια εδάφη. Το νέο σχολείο έτσι δεν εξυπηρέτησε ποτέ τον

σκοπό για τον οποίο είχε ανεγερθεί.

Καθοριστική στιγμή υπήρξε το φθινόπωρο του 1938. Μετά τη Συμφωνία του Μονάχου

και την κατάληψη των παραμεθόριων περιοχών από τον γερμανικό στρατό, οι

Τσεχοσλοβάκοι του Κρνόφ βρέθηκαν στη θέση εθνικής μειονότητας εντελώς χωρίς

δικαιώματα. Οι σύλλογοί τους καταργήθηκαν και η περιουσία τους κατασχέθηκε – η

Matice opavská αναγκάστηκε να μεταφέρει την έδρα της στο Σλέζκα Οστράβα και

έναν χρόνο αργότερα συγχωνεύτηκε βίαια, μαζί με άλλες οργανώσεις, στην Národní

matice (Εθνική Matice) στην Πράγα. Η τσεχική γλώσσα απαγορεύτηκε στις επίσημες

συναλλαγές και στη δημόσια ζωή, και οι Τσεχοσλοβάκοι δεν επιτρεπόταν να ασκούν

κανένα αξίωμα ούτε στην κρατική διοίκηση ούτε σε δημοτικό επίπεδο.

Με την απώλεια της τσεχοσλοβακικής κυριαρχίας στην περιοχή, οι Τσεχοσλοβάκοι

του Κρνόφ έχασαν αμέσως την εργασία τους, και η συντριπτική πλειοψηφία τους

έφυγε προς την ενδοχώρα είτε πριν από την άφιξη του γερμανικού στρατού είτε

αμέσως μετά – συνήθως προς την Οπάβα, την Οστράβα, το Όλομουτς ή άλλες

μοραβικές πόλεις, όπου έπρεπε να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Ένα μικρότερο μέρος

απελάθηκε απευθείας από τη γερμανική διοίκηση. Η αναχώρηση αφορούσε ολόκληρες

οικογένειες, οι οποίες συχνά αναγκάζονταν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους με

ελάχιστη περιουσία και χωρίς καμία βεβαιότητα επιστροφής.

Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και την εκδίωξη του γερμανικού

πληθυσμού, πολλοί από όσους είχαν εγκαταλείψει το Κρνόφ το 1938 επέστρεψαν και

συμμετείχαν στη μεταπολεμική επανεγκατάσταση και ανοικοδόμηση της πόλης. Το

νέο κύμα εποικισμού όμως δεν ήταν πια αμιγώς τσεχικό – δίπλα στους

παλιννοστούντες έφτασαν στο Κρνόφ και νέοι έποικοι από τη Σλοβακία, μαζί με

Έλληνες πρόσφυγες του εμφυλίου πολέμου και άλλους μετανάστες από την ενδοχώρα.

Το Κρνόφ, επί αιώνες γερμανική πόλη με βαθιές τσεχικές ρίζες, έγινε έτσι μετά το

1945 πιο εθνοτικά ποικιλόμορφο μέρος απ' όσο ποτέ άλλοτε στη σύγχρονη ιστορία

του.
 

-- -- --

 

Η ΕΚΤΟΠΙΣΗ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ

Έκθεση «Το τελευταίο τρένο»

Στα χρόνια 1918–1938 οι Εβραίοι κάτοικοι του Κρνόφ αποτελούσαν μόνο μια ελάχιστη

μειονότητα (περίπου το 1% του πληθυσμού της πόλης), ωστόσο η σημασία τους

ξεπερνούσε κατά πολύ αυτόν τον μικρό αριθμό. Από τους κόλπους τους προήλθαν

πολλοί δικηγόροι, γιατροί, δημόσιοι και ιδιωτικοί υπάλληλοι και εκπαιδευτικοί, μεταξύ

άλλων και στο γυμνάσιο (reálka) του Κρνόφ. Είχαν επίσης εκπροσώπηση στη διοίκηση

σημαντικών τοπικών επιχειρήσεων και εταιρειών. Για τη θέση τους μαρτυρεί και ένα

στοιχείο από το 1932, σύμφωνα με το οποίο από τους 11 δικηγόρους της πόλης οι

εφτά ήταν Εβραίοι, και από τους εννέα ειδικευμένους γιατρούς οι πέντε. Η οικονομική

ευημερία της κοινότητας επέτρεψε τη δημιουργία ιδρυμάτων καθώς και σημαντική

σωματειακή δραστηριότητα. Επίσημος εκπρόσωπος ήταν η Εβραϊκή Θρησκευτική

Κοινότητα, η οποία μεριμνούσε για τη θρησκευτική ζωή, τηρούσε τα ληξιαρχικά

μητρώα, εκπροσωπούσε την κοινότητα σε επίσημο επίπεδο και διοργάνωνε διαλέξεις.

Επικεφαλής της ήταν ο ραβίνος Δρ. David Rudolfer (εικ. 2). Στους σημαντικότερους

συλλόγους ανήκαν η ταφική αδελφότητα Chevra Kadisha, το τοπικό παράρτημα της

σιωνιστικής οργάνωσης Zion και ένας γυναικείος ισραηλιτικός σύλλογος.

Οι απαρχές της καταστροφής της εβραϊκής κοινότητας του Κρνόφ μπορούν να

τοποθετηθούν στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930, όταν στις παραμεθόριες

περιοχές εντάθηκαν τα αντισημιτικά αισθήματα σε άμεση σχέση με την πίεση της

ναζιστικής Γερμανίας για προσάρτηση των παραμεθόριων περιοχών στο Ράιχ.

Καθοριστικό σημείο καμπής υπήρξε το έτος 1938 – η προσάρτηση της Αυστρίας

(Anschluss), η επιστράτευση του Μαΐου, ο λόγος του Χίτλερ στις 12 Σεπτεμβρίου, η

Συμφωνία του Μονάχου και η είσοδος του γερμανικού στρατού στο Κρνόφ στις 6

Οκτωβρίου. Αυτά τα γεγονότα οδήγησαν σε μαζική αναχώρηση Εβραίων και στην

ουσιαστική διάλυση της κοινότητας, η οποία χωρίστηκε σε τρεις ομάδες.

Την πρώτη ομάδα αποτελούσαν όσοι μετανάστευσαν στο εξωτερικό, κυρίως στη

Μεγάλη Βρετανία, την Παλαιστίνη, τις ΗΠΑ, τη Σουηδία, τη Νότια Αμερική ή στη

νεοσύστατη Σλοβακική Δημοκρατία. Πολλοί έφυγαν ήδη το 1938, ενώ άλλοι

κατάφεραν να το πράξουν τα επόμενα δύο χρόνια. Οι οικογένειες διαχωρίζονταν

συχνά βίαια. Οι Εβραίοι του Κρνόφ στο εξωτερικό συμμετείχαν στον αγώνα για την

αποκατάσταση της Τσεχοσλοβακίας· στις τάξεις των δυτικών στρατών ήταν, για

παράδειγμα, οι Arnošt Freiberger και Hanuš Petr Eibuschitz ως αεροπόροι της RAF, ο

Hugo Langschur ως στρατιωτικός τεχνικός, ο Adalbert Löwin ως διοικητής οχήματος

αναγνώρισης, ο Ludvík Pollak ως τεχνικός ραδιοεπικοινωνιών και ο Otto Reik ως

πυροβολητής.

Τη δεύτερη ομάδα αποτελούσαν οι Εβραίοι που, μετά την κατάληψη των

παραμεθόριων περιοχών, μετακόμισαν στο εσωτερικό της χώρας, συνηθέστερα στην

Πράγα, το Μπρνο ή την Οστράβα. Μετά την ανακήρυξη του Προτεκτοράτου, όμως,

βρέθηκαν κι εκείνοι παγιδευμένοι. Οι προσπάθειες μετανάστευσης απέτυχαν ως

επί τοπλείστον λόγω περιορισμών θεωρήσεων και καθορισμένων μεταναστευτικών

ποσοστώσεων. Ορισμένες οικογένειες κατάφεραν να σώσουν τουλάχιστον τα παιδιά

τους – πέντε εβραιόπουλα από το Κρνόφ σώθηκαν μέσω των συρμών διάσωσης του

σερ Νίκολας Γουίντον (Jan Bäuml, Hanuš Petr και Štěpán Pavel Eibuschitz, Kurt Pavel

και Doris Lilli Eisler). Όσοι παρέμειναν στο έδαφος του Προτεκτοράτου υπέστησαν στη

συνέχεια αντισημιτικούς περιορισμούς και διατάγματα, στη συνέχεια απελάθηκαν από

διάφορα σημεία προς το Terezín (Theresienstadt) και από εκεί προς προκαθορισμένους

τελικούς σταθμούς, όπου δολοφονήθηκαν στο πλαίσιο της λεγόμενης «τελικής λύσης

του εβραϊκού ζητήματος».

Την τρίτη ομάδα αποτελούσε ένας μικρός αριθμός Εβραίων που παρέμειναν στο

Κρνόφ. Αυτοί αντιμετώπισαν τον εξαναγκασμό εκποίησης της περιουσίας τους

(«αριοποίηση»), τη διάλυση της Εβραϊκής Θρησκευτικής Κοινότητας και του

συλλόγου Chevra Kadisha, καθώς και έντονη αντισημιτική προπαγάνδα. Αποκορύφωμα

των διώξεων υπήρξαν οι εκτοπίσεις από την κυβερνητική περιφέρεια της Όπαβα το

1942 προς το Terezín και τα στρατόπεδα εξόντωσης. Υπό τη στενή παρακολούθηση

της ναζιστικής διοίκησης βρίσκονταν επίσης οι λεγόμενοι εβραϊκής καταγωγής

«μιγάδες» (Mischlinge) που ζούσαν στο Κρνόφ και τη γύρω περιοχή.

Κατά τη διάρκεια του Ολοκαυτώματος χάθηκε πιθανότατα περίπου το μισό του

μεσοπολεμικού αριθμού των Εβραίων του Κρνόφ, σε διάφορα μέρη: στο Terezín, στο

Άουσβιτς-Μπίρκεναου, στο γκέτο του Λοτζ, στα στρατόπεδα της Επιχείρησης

Reinhard, στο Μάλι Τροστινέτς, στο Μπαρανόβιτσι, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης

στο σημερινό έδαφος της Γερμανίας και της Αυστρίας, ή κατά τις σφαγές στη

Ρούμπουλα, την Κρέμνιτσκα και το Καλέβι-Λίιβα, μεταξύ άλλων.

Μετά τον πόλεμο, μόνο ένα κλάσμα των επιζώντων επέστρεψε στο Κρνόφ. Η

προσπάθεια αναβίωσης της Εβραϊκής Θρησκευτικής Κοινότητας, όπου οι γραμμές των

προπολεμικών μελών συμπληρώθηκαν με άτομα εβραϊκής καταγωγής που έφτασαν

στο Κρνόφ από την Υποκαρπάθια Ρουθηνία, την Πολωνία ή ακόμη και τη Λιθουανία,

μπορεί να χαρακτηριστεί ανεπιτυχής. Ορισμένοι από όσους πολέμησαν στον Β΄

Παγκόσμιο Πόλεμο επέστρεψαν στο Κρνόφ μετά τη λήξη του, όμως απογοητεύτηκαν

από την εξέλιξη των τότε γεγονότων. Η περαιτέρω εξέλιξη επηρεάστηκε αρνητικά

από τη μεταπολεμική δίωξη καθώς και από τη μετανάστευση μετά το 1948. Η

περιουσία των Εβραίων του Κρνόφ, που είχε προηγουμένως εκποιηθεί αναγκαστικά,

στη συνέχεια εθνικοποιήθηκε και, εκτός από εξαιρέσεις, δεν επιστράφηκε ποτέ στους

αρχικούς ιδιοκτήτες ή τους απογόνους τους. Η εξαφάνιση της παραδοσιακής

εβραϊκής κοινότητας του Κρνόφ ολοκληρώθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του

1950, όταν η Εβραϊκή Θρησκευτική Κοινότητα μετατράπηκε σε απλή συναγωγική

χορωδία και στη συνέχεια πέρασε υπό τη διοίκηση της Εβραϊκής Κοινότητας της

Οστράβα.

Η μνήμη της κάποτε σημαντικής κοινότητας διατηρήθηκε έτσι κυρίως μέσω

αρχειακών πηγών, μαρτυριών αυτοπτών μαρτύρων και ιχνών (κυρίως

αρχιτεκτονικών) στον χώρο της πόλης, καθώς και μέσω των απογόνων των Εβραίων

του Κρνόφ, οι οποίοι σήμερα ζουν σε όλο τον κόσμο – στην Αγγλία, το Ισραήλ, τιςΗΠΑ, το Μεξικό, την Αυστραλία, τη Νέα Ζηλανδία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Κίνα,

τον Καναδά, τη Χιλή και την Αυστρία.

 

-- -- --

 

Ο ΕΠΑΝΑΠΑΤΡΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

ΚΑΤΟΙΚΩΝ

Έκθεση «Το τελευταίο τρένο»
 

Η άφιξη του ελληνικού πληθυσμού στο Κρνόφ συνδέεται με τον Ελληνικό Εμφύλιο

Πόλεμο, ο οποίος διεξήχθη τα έτη 1946–1949 και του οποίου οι βαθύτερες ρίζες

ανάγονται ήδη στην περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτός ξεκίνησε για την

Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940, όταν η Ιταλία, υπό την ηγεσία του Μπενίτο

Μουσολίνι, εισέβαλε στο ελληνικό έδαφος από την Αλβανία. Η ελληνική κυβέρνηση

(στρατηγός Μεταξάς, εικ. 1) απέρριψε τότε το ιταλικό τελεσίγραφο με την απάντηση

«ΟΧΙ», και η ημέρα αυτή έγινε εθνική εορτή της Ελλάδας. Οι ελληνικές ένοπλες

δυνάμεις κατάφεραν όχι μόνο να ανακόψουν τον ιταλικό στρατό, αλλά και να τον

απωθήσουν βαθιά στο εσωτερικό της Αλβανίας. Η ήττα αυτή της φασιστικής Ιταλίας

θεωρείται μία από τις πρώτες νίκες κατά του φασισμού στην Ευρώπη.

Καθοριστική καμπή σημειώθηκε στις 6 Απριλίου 1941, όταν η Ελλάδα δέχθηκε επίθεση

από τον γερμανικό στρατό μέσω Γιουγκοσλαβίας και Βουλγαρίας. Η χώρα δεν

μπόρεσε να αντέξει την επίθεση σε πολλαπλά μέτωπα και ηττήθηκε. Στη συνέχεια

διαιρέθηκε σε τρεις ζώνες κατοχής, τις οποίες διοικούσαν η Γερμανία, η Ιταλία και η

Βουλγαρία. Η περίοδος της κατοχής σήμανε απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου

του πληθυσμού, οικονομική λεηλασία της χώρας, λιμό και σκληρή καταστολή κάθε

εκδήλωσης αντίστασης. Αυτές οι συνθήκες οδήγησαν στη δημιουργία ισχυρού

αντιστασιακού κινήματος, συμβολική απαρχή του οποίου υπήρξε η πράξη δύο Ελλήνων

φοιτητών, οι οποίοι στις 30 Μαΐου 1941 κατέβασαν τη ναζιστική σημαία από την

Ακρόπολη των Αθηνών.

Μετά την αποχώρηση των κατοχικών στρατευμάτων τον Οκτώβριο του 1944, η

πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα οξύνθηκε περαιτέρω. Σημαντικό ρόλο έπαιξε το

Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) και ο στρατιωτικός του βραχίονας, ο ΕΛΑΣ. Η

Μεγάλη Βρετανία προσπαθούσε να περιορίσει την επιρροή των κομμουνιστών και να

διατηρήσει την Ελλάδα στη δυτική σφαίρα επιρροής, όπως είχε συμφωνηθεί στη

Διάσκεψη της Γιάλτας. (Έλληνες αντάρτες, εικ. 2) Οι εκλογές του 1946, στις οποίες

δεν συμμετείχαν τα κόμματα της αριστεράς, έφεραν στην εξουσία τη μοναρχική

δεξιά, η οποία ξεκίνησε συστηματική δίωξη του αριστερά φρονούντος πληθυσμού. Ως

αντίδραση σε αυτό δημιουργήθηκε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ), ο οποίος

όμως ηττήθηκε το 1949. Αμέσως μετά ακολούθησε ευρεία μετανάστευση του

πληθυσμού προς τις γειτονικές χώρες και τα κράτη του Ανατολικού Μπλοκ. Έλληνες

πρόσφυγες άρχισαν να καταφθάνουν στην Τσεχοσλοβακία ήδη από το 1948. Το πρώτο

μεταναστευτικό κύμα αποτελούνταν κυρίως από παιδιά, τα οποία εκκενώθηκαν από

τις εμπόλεμες περιοχές με σκοπό να σωθεί η ζωή τους. Τοποθετήθηκαν σε παιδικά

ιδρύματα και κέντρα υποδοχής, όπου τους παρέχονταν τροφή, ένδυση, ιατρική

περίθαλψη και εκπαίδευση. Παράλληλα διδασκόταν η ελληνική γλώσσα, η ιστορία και

οι παραδόσεις, ώστε να διατηρηθεί η επίγνωση της εθνικής τους ταυτότητας.
Ταεπόμενα μεταναστευτικά κύματα αποτελούνταν από ενήλικες πρόσφυγες, οι οποίοι

έφταναν κυρίως μέσω Γιουγκοσλαβίας, Αλβανίας και Βουλγαρίας. Σταδιακά

εντάχθηκαν στην εργασιακή διαδικασία, ιδίως στη βιομηχανία, τη γεωργία και τις

οικοδομές. Στα τέλη του 1950 ζούσαν στην Τσεχοσλοβακία πάνω από 12.000 άτομα

ελληνικής καταγωγής, μεγάλο μέρος των οποίων εγκαταστάθηκε στις παραμεθόριες

περιοχές της Βόρειας Μοραβίας και της Βοημίας. Τα επόμενα χρόνια

πραγματοποιήθηκαν επίσης επανενώσεις οικογενειών, μεταξύ άλλων με τη βοήθεια

του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. (Ελληνόπουλα στην Τσεχοσλοβακία, εικ. 3)

Το Κρνόφ και η ευρύτερη περιοχή του έγιναν ένα από τα σημαντικότερα κέντρα

ελληνικής εγκατάστασης. Από το 1949 δημιουργήθηκε εκεί μια πολυπληθής και

συνεκτική κοινότητα, η οποία επηρέασε σημαντικά την κοινωνική και πολιτιστική ζωή

της πόλης και της ευρύτερης περιοχής. Τα ελληνικά ακούγονταν επί πολλά χρόνια

συνήθως στους δρόμους, στα καταστήματα και στα εστιατόρια, οι γυναίκες φορούσαν

συχνά παραδοσιακά σκούρα ενδύματα, και η κοινότητα διατηρούσε τα δικά της έθιμα,

κοινωνικές συναντήσεις και πολιτιστικές γιορτές. Οι Έλληνες συναντιόνταν σε

πάρκα, σε εστιατόρια, καθώς και στο Σιλεσιακό Σπίτι (Slezský dům), το οποίο έγινε

ένα από τα κέντρα της κοινοτικής ζωής. Μετά το 1974, όταν κηρύχθηκε αμνηστία

στην Ελλάδα, οι περισσότεροι Έλληνες του Κρνόφ επέστρεψαν στην πατρίδα τους.

Παρ' όλα αυτά, το ελληνικό αποτύπωμα στο Κρνόφ παραμένει μέχρι σήμερα και

αποτελεί σημαντικό μέρος της σύγχρονης και πολιτιστικής του ιστορίας.

-- -- --
 

Η εκδίωξη των γερμανικών κατοίκων

Έκθεση «Το τελευταίο τρένο»

Τον Μάιο του 1945 έληξε η πιο βάναυση και μεγαλύτερη στρατιωτική σύγκρουση της

ανθρώπινης ιστορίας μέχρι τότε – ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Οι πρωτοφανείς

θηριωδίες των ναζί εναντίον αθώων ανθρώπων δεν έμειναν χωρίς απάντηση. Ο

πόλεμος είχε καταλύσει τα όρια της ανθρωπιάς, και η συσσωρευμένη οργή και

απογοήτευση των μακρών χρόνων του πολέμου, μαζί με τη συνεχή γερμανική κατοχή

του 1938–1945, οδήγησαν σε έναν μεταπολεμικό διακανονισμό λογαριασμών.

Οι συμμαχικές δυνάμεις συμφώνησαν σε μεταφορές πληθυσμού, προκειμένου να

ελαχιστοποιηθούν οι εθνοτικές εντάσεις που αποτέλεσαν μία από τις αιτίες των

πολεμικών συγκρούσεων του 20ού αιώνα. Τα έτη 1945–46 εκδιώχθηκαν σχεδόν 2,2

εκατομμύρια Τσεχοσλοβάκοι Γερμανοί/Αυστριακοί, εκ των οποίων 1,4 εκατομμύρια

άτομα κατέληξαν στις δυτικές ζώνες κατοχής της Γερμανίας και 0,8 εκατομμύρια

στη σοβιετική ζώνη κατοχής της Γερμανίας. Δεκάδες χιλιάδες κάτοικοι, κυρίως από

τη Νότια Μοραβία και τη Νότια Βοημία, εκδιώχθηκαν ή κατέφυγαν επίσης στην

Αυστρία.

Πέρα από την κρατικά οργανωμένη «εκδίωξη» (odsun), σημειώθηκαν και ακρότητες

με τη μορφή της λεγόμενης «άγριας εκδίωξης» («divoký odsun»), κατά τη διάρκεια

της οποίας πραγματοποιούνταν αποκεντρωμένοι διωγμοί και εκδιώξεις του

γερμανόφωνου άμαχου πληθυσμού. Η ίδια μοίρα βρήκε και τους γερμανόφωνους

συμπολίτες μας του Κρνόφ. Ένα μέρος τους εκδιώχθηκε κατά τη φάση της «άγριας

εκδίωξης» τον Ιούνιο του 1945 (μια πορεία περίπου 3.000 κατοίκων του Κρνόφ, υπό

οδυνηρές συνθήκες, από το Κρνόφ μέσω της οροσειράς Jeseníky προς στρατόπεδο στο

Králíky)· Γερμανοί αυτόπτες μάρτυρες υπολογίζουν περίπου 300 θύματα αυτής της

άγριας εκδίωξης. Οι περισσότεροι Γερμανοί του Κρνόφ μεταφέρθηκαν σε τρία κύρια

στρατόπεδα του Κρνόφ (κάτω από τον λόφο Cvilín, στη θέση παλαιότερου

στρατοπέδου αιχμαλώτων πολέμου· στην οδό Opavská, στη θέση παλαιότερων

στρατώνων της Βέρμαχτ· και στο προάστιο Hlubčice). Οι Γερμανοί του Κρνόφ

αναγκάστηκαν να αφήσουν την περιουσία τους, να παραδώσουν τα ακίνητά τους και

να μεταβούν στα στρατόπεδα με ελάχιστα προσωπικά αντικείμενα. Εκεί υπέστησαν

βίαιη μεταχείριση από τη φρουρά – τα ληξιαρχικά μητρώα του Κρνόφ καταγράφουν

δεκάδες «θανάτους χωρίς αιτία» μεταξύ των εγκλείστων Γερμανών συμπολιτών.

Η κατασχεμένη περιουσία των γερμανικών οικογενειών αποδόθηκε εν μέρει, με

οργανωμένο τρόπο, σε νέους Τσέχους ιδιοκτήτες, ενώ εν μέρει λεηλατήθηκε

ανεξέλεγκτα και μεταπωλήθηκε προς την ενδοχώρα. Από τα στρατόπεδα του Κρνόφ,

οι συμπολίτες μας απελάθηκαν με σιδηροδρομικές μεταφορές προς τις ζώνες κατοχής

στη Γερμανία, κυρίως προς τη Βαυαρία και τη Βάδη-Βυρτεμβέργη, αλλά και προς τη

σοβιετική ζώνη κατοχής. Στο ίδιο το Κρνόφ παρέμειναν μόνο μερικές δεκάδες

γερμανόφωνοι πολίτες – είτε σύζυγοι από μεικτούς τσεχο-γερμανικούς γάμους, είτε

αντιφασίστες, γερμανόφωνοι Εβραίοι, ή τεχνικοί ειδικοί απαραίτητοι για τηβιομηχανία.
Στην Τσεχοσλοβακία παρέμειναν επίσης καταδικασμένοι εγκληματίες

πολέμου και ναζί – δεν πρέπει όμως να τρέφει κανείς μεγάλες αυταπάτες για τον

βαθμό δικαιοσύνης των τότε δικαστηρίων: μάρτυρες που θα μπορούσαν να

επιβεβαιώσουν τη θετική συμπεριφορά ορισμένων κατηγορουμένων δέχονταν πιέσεις

να σιωπήσουν, ώστε να μην εκτεθούν οι ίδιοι σε κίνδυνο διώξεων. Μόνο

αποδεδειγμένα Γερμανοί αντιφασίστες μπορούσαν να πάρουν μεγαλύτερο μέρος της

περιουσίας τους στις μεταφορές προς τη Γερμανία, εφόσον δεν είχαν επιλέξει να

παραμείνουν στην Τσεχοσλοβακία.

Η έκταση της μεταπολεμικής αντεκδίκησης προκάλεσε αντιδράσεις ακόμη και σε

ανθρωπιστικά σκεπτόμενα τμήματα του πληθυσμού. Στο Κρνόφ διασώθηκε η μαρτυρία

του Εβραίου γηγενή Vojta Levin (Adalbert Löwin), ο οποίος εγκατέλειψε αηδιασμένος

τη μεσάνυχτη λειτουργία των Χριστουγέννων του 1945 στην εκκλησία του Κρνόφ,

αφού οι Γερμανοί συμμετέχοντες στη λειτουργία κλήθηκαν να την εγκαταλείψουν. Οι

ακρότητες επικρίθηκαν ακόμη και από πρώην κρατούμενους στρατοπέδων

συγκέντρωσης και γερμανικών φυλακών, στους οποίους η βία κατά αθώων αμάχων

ήταν αποκρουστική, παρότι οι ίδιοι είχαν υποφέρει αδίκως στα γερμανικά

στρατόπεδα.

Το ανθρώπινο, δημογραφικό, οικονομικό και πνευματικό κενό που προκλήθηκε από την

εξόντωση του εβραϊκού πληθυσμού, την εξάλειψη των τσεχικών ελίτ κατά τη διάρκεια

του πολέμου και τη μεταπολεμική εκδίωξη των γερμανών συμπολιτών, δεν θα

καταφέρει ποτέ να επουλωθεί πλήρως.